akritas2011

Just another WordPress.com site

ΑΥΤΟΝΟΜΙΣΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΦΩΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟ 1944, Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΥΛΑΞΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟ-ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ

Posted by Akritas στο Μαΐου 13, 2011

Το παρόν άρθρο είναι από τον διακεκριμένο Ιστορικό Σπυρίδωνα Σφέτα και έχει τον τίτλο ΑΥΤΟΝΟΜΙΣΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΦΩΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟ 1944, Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΥΛΑΞΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟ-ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ. Είναι μία εργασία που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1994 στο Διεθνές Συνέδριο που οργάνωσε το Ιδρυμα μελετών Χερσονησου του Αίμου (ΙΧΜΑ) και σε συνεργασία με το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με θέμα την κατοχή, αντίσταση και την απελευθέρωση του ευρύτερου βορειοελλαδικού χώρου.

Οι εργασίες αυτές μπορεί να τις διαβάσει στο βιβλίο του ΙΧΜΑ με τον τίτλο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗ,1941-1944 ΚΑΤΟΧΗ-ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ-ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Φυσικά στην εργασία του Καθηγητή υπάρχουν και οι πρωτογενείς πηγές. Ακολουθει το άρθρο:

Η ίδρυση του ΣΝΟΦ (Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο)-(Slavjano Мakedonski Narodno Osloboditelen Front) τον Οκτώβριο του 1943 στην Καστοριά και το Νοέμβριο του ιδίου έτους στη Φλώρινα υπήρξε αποτέλεσμα των γενικότερων διαπραγματεύσεων μεταξύ του απεσταλμένου του Tito στη γιουγκοσλαβική και ελληνική Μακεδονία Svetozar Vukmanovic-Tempo με τη στρατιωτική ηγεσία του ΕΛΑΣ και την πολιτική η­γεσία του ΚΚΕ τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1943 για το συντονισμό της δράσης των αντιστασιακών κινημάτων.

Σχετικές συζητήσεις είχε επίσης ο Λεωνίδας Στρίγκος με τον πολιτικό επίτροπο του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκοσλα­βικής Μακεδονίας Cvetko Uzunovski (ψευδώνυμο Abbas) στα τέλη Αυγούστου ή αρχές Σεπτεμβρίου 1943 κοντά στα Γιαννιτσά. Με την ίδρυση του ΣΝΟΦ η γιουγκοσλαβική πλευρά αποσκοπούσε άμεσα στην εμφύσηση εθνικής σλαβο-μακεδονικής συνείδησης στους Σλαβόφωνους της ελληνικής Μακεδονίας και στη στρατολόγηση των Σλαβόφωνων της ελληνικής Μακεδονίας υπέρ του α­ντιστασιακού κινήματος στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και έμμεσα στην προώθηση των γιουγκοσλαβικών απόψεων σχετικά με το Μακεδόνικο.

Το ΚΚΕ, που από το 1934, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση της Κομιντέρν, ανα­γνώριζε τους Σλαβόφωνους ως σλαβομακεδονικό έθνος και από το 1935 υπο­στήριζε την πλήρη ισοτιμία των μειονοτήτων εντός του ελληνικού κράτους, συγκατατέθηκε στη ίδρυση του ΣΝΟΦ γιατί εκτιμούσε ότι έτσι 0α προσελκύο­νταν στην αντίσταση οι Σλαβόφωνοι εκείνοι που είχαν παρασυρθεί από τη βουλγαρική φασιστική προπαγάνδα. Η ίδρυση του ΣΝΟΦ δεν είχε (οστόσο την έγκριση της Κ Ε του ΕΑΜ, η οποία είχε την άποψη ότι η νέα οργάνωση συ­ντελεί περισσότερο στη διάσπαση παρά στην ενότητα των αντιστασιακών δυ­νάμεων. Το γεγονός αυτό καθιστούσε το ΚΚΕ ιδιαίτερα προσεκτικό απέναντι στις κινήσεις της νέας οργάνωσης.

Η πορεία της οργάνωσης πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις πολι­τικές εξελίξεις εντός της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Παρά το γεγονός ότι ο Tempo κατόρθωσε στις αρχές του 1943 να ιδρύσει Κομμουνιστικό Κόμμα στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και Γενικό Στρατηγείο με αρχηγό τον Mihailo Apostolski και πολιτικό επίτροπο τον Cvetko Uzunovski, μόλις μετά τη συν­θηκολόγηση της Ιταλίας και τη διαφαινόμενη ήττα της Γερμανίας άρχισε η ορ­γάνωση της αντίστασης5. Δύο πολιτικά προγράμματα υπήρχαν στο αντιστασιακό κίνημα της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Το πρόγραμμα που εκπρο­σωπούσε ο Tempo και το νεοϊδρυθέν ΚΚ έδινε προτεραιότητα στην καταπο­λέμηση κάθε έκδηλου ή λανθάνοντος φιλοβουλγαρισμού στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και την ένταξη της περιοχής στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία. Το ζήτημα της συνένωσης των τριών τμημάτων της Μακεδονίας και της ενσωμά­τωσης τους στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία θεωρούνταν στη διάρκεια του πολέμου ως δευτερεύον ζήτημα. Αναπτυσσόταν κυρίως προπαγανδιστική δραστηριότητα για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του «σλαβομακεδονικού λαού» στην Ελλάδα και Βουλγαρία. Την άποψη αυτή υποστήριζε και ο Tito. Βετεράνοι της μεσοπολεμικής βουλγαρικής VMRO και πολιτικά στελέχη της VMRO (Ενωμένης), που κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αποδέχτηκαν το σλαβομακεδονισμό ως εθνική επιλογή, έθεταν ως κύριο ζήτημα στη διάρ­κεια του πολέμου τη συνένωση των τριών τμημάτων της Μακεδονίας σε ένα ε­νιαίο κράτος, το μεταπολεμικό μέλλον του οποίου δεν έπρεπε να ήταν ανα­γκαστικά η ένταξη σε μια γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, στην οποία διέβλεπαν μια νέα μορφή σερβικής κυριαρχίας επί της Μακεδονίας, αλλά σε μια βαλκα­νική ομοσπονδία ή ανεξαρτησία υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων. Το πρόγραμμα αυτό υποστήριζαν κυρίως οι Metodija Andonov Cento, Mane Cuckov και Kiril Petrusevski. Υπέρ της άποψης αυτής ήταν κατά το 1943 και ο σημερινός πρόεδρος Kiro Gligorov. Και οι δύο πλευρές ωστόσο, ανεξάρτητα από την προτεραιότητα που έδιναν, αναγνώριζαν το δικαίωμα του «σλαβομα­κεδονικού λαού» για συνένωση.

Η ίδρυση του ΣΝΟΦ συνέπιπτε χρονικά με τη δεύτερη σύνοδο του Αντι­φασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (A.V.N.O.J.) στα τέλη Νοεμβρίου 1943 στο Jaice, που αποφάσισε την ομοσπον-δοποίηση της Γιουγκοσλαβίας και την ένταξη της Μακεδονίας σ’ αυτή. Τα σύ­νορα όμως της «Μακεδονίας» του Tito δεν φαίνονταν ότι περιελάμβαναν μό­νο το γιουγκοσλαβικό τμήμα. Το Αντιφασιστικό Συμβούλιο εξέλεξε τον Dimitar Vlahov ως αντιπρόσωπο της ελληνικής Μακεδονίας και τον Vladimir Poptomov ως αντιπρόσωπο της βουλγαρικής. Αμέσως μετά τη σύνοδο του Jaice στρατιωτικοί σύνδεσμοι από τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία (Kiro Georgievski, ψευδώνυμο Dejan, Petre Novacevski, ψευδώνυμο Pero, Kole Todorovski-Kaninski, ψευδώνυμο Kolja, Dobrivoje Radosavljevic, ψευδώνυμο Orcc) διείσδυαν στην ελληνική Μακεδονία και προπαγάνδιζαν ότι ο «μακεδό­νικος λαός» στην Ελλάδα δεν πρέπει να αγωνιστεί για ισοτιμία, όπως υπο­στηρίζει το ΚΚΕ, αλλά για αυτοδιάθεση και συνένωση, για μια Λαϊκή Δημο­κρατία της «Μακεδονίας» κατά το γιουγκοσλαβικό πρότυπο και πρέπει να ε­πιζητεί την ίδρυση ξεχωριστού Γενικού Στρατηγείου και ξεχωριστών ενόπλων τμημάτων.

Ενώ η γιουγκοσλαβική προπαγάνδα δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση στην περιφερειακή επιτροπή του ΣΝΟΦ Φλώρινας, μέλη της οποίας ήταν οι Πέτρος Πιλάης και Σταύρος Κωτσόπουλος, έβρισκε ωστόσο πρόσφορο έδα­φος στην περιφερειακή επιτροπή του ΣΝΟΦ Καστοριάς, μέλη της οποίας ή­ταν οι Πασχάλης Μητρόπουλος (Paskal Mitrevski), Ναούμ Πέγιος (Naum Pejov), Δάζαρος Παπαλαζάρου (Lazo Poplazarov) και Λάζαρος Οσσένσκης (Lazo Damovski-Osenski). Αμεσοι στόχοι του ΣΝΟΦ Καστοριάς ήταν ο αφο­πλισμός των σλαβόφωνων χωρικών που είχαν εξοπλιστεί από τους Βουλγά­ρους, η ένταξη τους στο ΣΝΟΦ και η καλλιέργεια σλαβομακεόονικής εθνικής συνείδησης. Για το σκοπό αυτό εκδιδόταν η εφημερίδα Slavjanomakedonski Glas. Με δεδομένη την κομμουνιστική θέση για την ύπαρξη σλαβομακεδονικού έθνους, μέλη του ΣΝΟΦ απαιτούσαν από το ΚΚΕ ν’ αναγνωρίσει στους Σλα­βόφωνους το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης.

Σε επιστολή του προς την κομματι­κή οργάνωση Καστοριάς στις 24.1.1944 ο Λάζαρος Οσσένσκης έγραφε:

«…Το ΚΚΕ υπόσχεται πλήρη ισοτιμία μέσα στα πλαίσια μιας Λαϊκής Δημοκρατίας στους Σλαβομακεδόνες. Ενώ αντίθετα στην πρώτη γραμμή της πάλης του βά­ζει την απελευθέρωση των Δωδεκανήσων και Κύπρου και ελεύθεροι να βρουν τη θέση τους στη Λαοκρατούμενη Ελλάδα. Δικαιολογημένο το ερώτημα των Σλαβομακεδόνων. Γιατί εμάς δεν μας αφήνουν ελεύθερους να οικοδομήσουμε το δικό μας πολιτισμό και τα εθνικά μας ιδεώδη αφού και μεις αποτελούμε κάτι το ξέχωρο, δεν είμαστε Έλληνες, είμαστε Σλαβομακεδόνικη φυλή με δια­φορετικά ιδεώδη, αλλά μας θέλουν να μείνουμε μες τα ελληνικά πλαίσια, δί­νοντας μας μονάχα ισοτιμία; Πώς συμβιβάζεται με τις προγραμματικές αρχές για την Αυτοδιάθεση των Λαών;…»

Ιδιαίτερη δραστηριότητα ανέπτυξε κυρίως ο Πασχάλης Μητρόπουλος, α­πόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με ενέργει­ες του τα σλαβόφωνα τμήματα της IX. Μεραρχίας του ΕΛΑΣ ονομάστηκαν το Μάρτιο του 1944 σε ΣΝΟΒ (slavomakedonska narodna osloboditelna vojska-σλαβομακεδονικός λαϊκός απελευθερωτικός στρατός) και είχαν στο δίκωχο το αντίστοιχο σήμα. Τον Απρίλιο του 1944 οι Σλαβόφωνοι εμποδίστηκαν από τους Γιουγκοσλάβους πράκτορες να λάβουν μέρος στις εκλογές για την ανά­δειξη εκπροσώπων της ΠΕΕΑ. Η απροκάλυπτη εθνικιστική και αυτονομιστι­κή προπαγάνδα ηγετικών στελεχών του ΣΝΟΦ και η εξάρτηση της οργάνωσης σε σημαντικό βαθμό από το Γενικό Στρατηγείο της γιουγκοσλαβικής Μακεδο­νίας προκάλεσαν ανησυχία στο Μακεδόνικο Γραφείο του ΚΚΕ και την Ομά­δα Μεραρχιών Μακεδονίας με αποτέλεσμα το Μάιο του 1944 να αποφασιστεί η διάλυση της οργάνωσης και η ένταξη της στο ΕΑΜ. Περίπου 60 Σλαβόφω­νοι με επικεφαλής τους Ναούμ Πέγιο και Γιώργο Τουρούντζα στις 16 Μαΐου 1944 μετά από προτροπή του Μητρόπουλου αυτομόλησαν στο Karaorman, έ­δρα του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, κατηγορώ­ντας τον ΕΑΑΣ και το ΕΑΜ για λαθεμένη πολιτική απέναντι στους Σλαβομα­κεδόνες.

Για τη διευθέτηση της κρίσης που ανέκυψε μεταξύ της IX. Μεραρχίας του ΕΑΑΣ και του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας μετέβη στο Karaorman επιτροπή του 28ου Συντάγματος με επικεφαλής τον υπασπι­στή Χαράλαμπο Χαραλαμπίδη (ψευδώνυμο Αθάνατος) και συναντήθηκε στις 23 Μαΐου με τον Kiro Georgijevski (ψευδώνυμο Dejan). Ο Χαραλαμπίδης διαμαρτυρήθηκε για τη συκοφαντική εκστρατεία που εξαπέλυαν οι στρατιωτι­κοί σύνδεσμοι από τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία κατά του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, ζήτησε να επιληφθεί του ζητήματος ο Tito και πρόβαλε τα ακόλουθα αι­τήματα:

  1. Την κατάπαυση της στρατολογίας στο έδαφος μας.
  2. Κατάπαυση κάθε αντιεαμικής προπαγάνδας.
  3. Να ζητήσουν φιλοξενία στο έδαφος μας μόνο κατόπιν ισχυρός πιέσεως του εχθρού και δι’ ολίγας μόνον ημέρας. Και τούτο μέχρις ότου διευθετηθούν όλα τα αναφύεντα ζητήματα.
  4. Την παράδοση του Πέιου και των λοιπών λιποτακτών μετά του οπλι­σμού τους.
  5. Παράδοση του Τουρούντα και διαμαρτυρία διά την καθυστέρηση.
  6. Κατάπαυση της τρομοκρατίας στο Ελληνικό έδαφος για τη συγκέντρωση τροφίμων.
  7. Για κάθε δράση στο έδαφος μας προηγούμενη συνεννόηση μαζύ μας.
  8. Σε περίπτωση απουσίας του ΕΑΑΣ από ορισμένες περιοχές συνεργασίαμετά των πολιτικών οργανώσεων στις σχέσεις τους με τον λαό.

Ο Kiro Georgijevski ενημέρωσε τον Tempo και ο τελευταίος με τη σειρά τον τον Tito. Παρόλο που ο Tito αποκόμισε την εντύπωση ότι η στάση των Ελλήνων κομμουνιστών απέναντι στο ζήτημα των «Μακεδόνων» της Ελλά­δας δεν ήταν σωστή, για να μη βλάψει το ελληνικό αντιστασιακό κίνημα, συ­νέστησε να μην ανακινείται το ζήτημα της συνένωσης της ελληνικής Μακεδο­νίας με τη γιουγκοσλαβική στην παρούσα χρονική στιγμή.

Με βάση τις συμ­βουλές του Tito το Γενικό Στρατηγείο της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας εξέ­δωσε στις 17 Ιουνίου 1944 εγκύκλιο προς τους πολιτικούς πράκτορες που μετέβαιναν στην ελληνική Μακεδονία, στην οποία τονιζόταν κυρίως η ανάγκη του κοινού αγώνα μεταξύ του ελληνικού και «μακεδόνικου» λαού.

«…Ο μακεδόνικος λαός στη Γιουγκοσλαβία σε αδελφικό και κοινό αγώνα με το σερβικό, κροατικό, σλοβένικο και μαυροβουνιακό λαό πραγματοποιεί σήμερα το ιδανικό του, την ελεύθερη Μακεδονία στη δημοκρατική και ομο­σπονδιακή Γιουγκοσλαβία. Αυτή η επιτευχθείσα εθνική ελευθερία και ισοτιμία είναι σήμερα το ιδανικό όλου του μακεδόνικου λαού, όλων των Μακεδόνων, και αυτών στην Ελλάδα και Βουλγαρία… Μόνο μέσω της αδελφικής ομόνοιας και του κοινού αγώνα με τον ελληνικό και βουλγαρικό λαό οι Μακεδόνες στην Ελλάδα και Βουλγαρία μπορούν να πετύχουν την πλήρη εθνική τους ελευθερία και ισοτιμία, να πετύχουν το δικαίωμα να αποφασίσουν μόνοι για τη μοίρα τους, δικαίωμα που ο Χάρτης του Ατλαντικού εγγυάται σε όλους τους υπόδουλους λαούς που αγωνίζονται κατά του φασισμού»».

Η γιουγκοσλαβική πλευρά δεν παρέλειψε ωστόσο να κατηγορήσει το ΚΚΕ ενώπιον της σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής που βρισκόταν στο Στρατη­γείο του Tito στο νησί Vis για την εσφαλμένη, όπως τη χαρακτήριζε, πολιτική του ΚΚΕ στο Μακεδόνικο. Με βάση τις πληροφορίες από τη Γιουγκοσλαβία ο αρχηγός της σοβιετικής κατασκοπείας Fitin έγραφε προς τον Dimitrov:

«Σας ανακοινώνουμε τις πληροφορίες που λάβαμε από τη Γιουγκοσλαβία σχετικά με τη στάση του Ε AM στο Μακεδόνικο Ζήτημα. Οι εκπρόσωποι του Λαϊκο-Απελευθερωτικού Στρατού της Γιουγκοσλαβίας κατά την εργασία τους για την οργάνωση παρτιζάνικου κινήματος στη Μακεδονία συνάντησαν αποφασι­στική αντίσταση εκ μέρους των παρτιζάνων του ΕΑΜ. Το ΕΑΜ υπερασπίζε­ται τα παλαιά σύνορα της Ελλάδας και δεν παραχωρεί στη Μακεδονία την αυτοδιάθεση. Τη θέση αυτή υποστηρίζουν και οι Κομμουνιστές. Ο Γραμματέ­ας της ΚΕ του ΚΚΕ σε συνομιλία του με εκπρόσωπο του Στρατάρχη Tito δή­λωσε ότι ούτε λόγος μπορεί να γίνει για την αυτοδιάθεση των Μακεδόνων, ε­φόσον δεν υπάρχει εκ φύσεως μακεδόνικος λαός. Οι Έλληνες Κομμουνιστές στη Μακεδονία αντιτάσσονται αποφασιστικά στην κίνηση των Μακεδόνων για αυτοδιάθεση. Δεν επιτρέπουν στους Μακεδόνες να εκτελούν τις θρησκευ­τικές τους τελετές παρά μονάχα κατά τα ελληνικά έθιμα και καταδιώκουν αυ­τούς που προσεύχονται σύμφωνα με τα σλαβικά ιερά βιβλία σε κρυφές εκκλη­σίες. Στους Μακεδόνες απαγορεύεται να παρέχουν κάθε είδους βοήθεια στους εκπροσώπους του Στρατάρχη Tito… Λόγω της όξυνσης του Μακεδόνικου Ζη­τήματος οι Έλληνες παρτιζάνοι από το ΕΑΜ έχουν σχεδόν σταματήσει τον α­γώνα εναντίον των Γερμανών κατακτητών στη ‘δική τους’ Μακεδονία»

Οι κατηγορίες αυτές ήταν βασικά αστήρικτες. Το ΚΚΕ μετά το 1934, σύμ­φωνα με την πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αναγνώριζε την ύπαρξη σλαβομακεδονικού έθνους, παρά το γεγονός ότι οι Σλαβόφωνοι στην ελληνική Μακεδονία αποτελούσαν μια ολιγάριθμη γλωσσική ομάδα και όχι μειονότητα με τη σημασία που έχει ο όρος στο διεθνές δίκαιο. Αναγνώριση του δικαιώμα­τος της αυτοδιάθεσης στη διάρκεια του πολέμου σήμαινε στην ουσία αναγνώ­ριση του δικαιώματος της απόσχισης, πράγμα που θα επιδρούσε αρνητικά στο αντιστασιακό κίνημα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.

Κατά το ΚΚΕ, μόνο μετά τον πόλεμο θα επιλύονταν τα ζητήματα των Σλαβομακεδόνων με βάση τις δημοκρατικές αρχές. Όταν στις 20 Ιουνίου του 1944 ο Ανδρέας Τζήμας ως εκπρόσωπος του ΚΚΕ έφθασε στο Στρατηγείο του Tito και απέκτησε επαφή με τη σοβιετική αποστολή, στην πρώτη του έκθεση, στις 29.6.1944, για την κατάσταση στην Ελλάδα προς το στρατηγό Korneev, που ήταν επικεφαλής της σοβιετικής απο­στολής, αναφέρθηκε και στις γιουγκοσλαβικές κατηγορίες.

«… Οι εντυπώσεις των Γιουγκοσλάβων για την Ελλάδα και οι πληροφο­ρίες που μεταδίδουν δεν είναι καθόλου αντικειμενικές… Μη κατανοώντας τη θέση μας στο Μακεδόνικο ζήτημα, μας προκαλούν πολλές δυσκολίες στα σύ­νορα. Πολλά στελέχη τους στα σύνορα διαδίδουν ότι ο στρατός μας είναι φα­σιστικός, ότι στην ΚΕ του ΚΚΕ δρα η Intelligence Service. Εμπόδισαν τους Μακεδόνες να λάβουν μέρος στις εκλογές της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης. Και αυτό παρά τη θερμή υποδοχή και υποστήριξη που βρί­σκουν σε μας. Απευθύνομαι σ’ Εσάς με την παράκληση να μεσολαβήσετε για τη διόρθωση του κακού. Οι Γιουγκοσλάβοι θέλουν για 120.000 Μακεδόνες να χάσουμε τον ελληνικό λαό, η ευαισθησία του οποίου στο εθνικό ζήτημα τον τελευταίο καιρό έχει αναπτυχθεί φυσικά στο ανώτατο σημείο. Αυτή την ευαι­σθησία θέλουν να εκμεταλλευθούν όλες οι εξόριστες ελληνικές κυβερνήσεις για να αναπτύξουν στον ελληνικό λαό τη Μεγάλη Ιδέα και το σωβινισμό. Σας παρακαλώ να μεσολαβήσετε…»

Η μεσολάβηση του Στρατηγού Korneev δεν κρίθηκε τελικά αναγκαία, διό­τι με την παρέμβαση του Tito το ζήτημα είχε ήδη διευθετηθεί. Τον Ιούνιο του 1944 η ΚΕ του ΚΚΕ αποφάσισε να επιτρέψει την επάνοδο των σλαβόφωνων που είχαν καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία, εφόσον προέβαιναν σε αυτοκριτική. Αν και το ΣΝΟΦ ως πολιτικός φορέας δεν ανασυστήθηκε, ωστόσο η ηγεσία του ΚΚΕ αποφάσισε να προχωρήσει στην ίδρυση χωριστών σλαβομακεδονικών ταγμάτων. Στην απόφαση αυτή εξωθήθηκε η ΚΕ του ΚΚΕ λόγω της α­νάγκης για μια στενότερη συνεργασία με τον Tito. Συνεργασία τόσο σε στρα­τιωτικό επίπεδο, λόγω των μεγάλων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Γερ­μανών το καλοκαίρι του 1944 κατά του ΕΑΑΣ και της ανασυγκρότησης της αυτονομιστικής βουλγαρικής οργάνωσης Οχράνα κυρίως στην περιοχή της Έδεσσας, όσο και σε πολιτικό, λόγω της αμηχανίας του ΚΚΕ μετά την υπο­γραφή της συμφωνίας του Αιβάνου. Στις 16 Ιουνίου 1944 ιδρύθηκε χωριστό σλαβομακεδονικό τάγμα στην περιοχή Αριδαίας-‘Εδεσσας στα πλαίσια του 30ού συντάγματος του ΕΛΑΣ. Την πρωτοβουλία για την ίδρυση είχε ο Μάρ­κος Βαφειάδης, με ενέργειες του οποίου το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ εξέ­δωσε τη σχετική εντολή, παρά την αντίθετη γνώμη του Μακεδόνικου Γραφεί­ου». Διοικητής ορίστηκε ο Λευτέρης Φουντουλάκης από την Κρήτη και πολι­τικός επίτροπος ο Georgi-Dzodzo Urdov. Η βιασύνη που επιδείχτηκε σχετικά με τη σύσταση του σλαβομακεδονικού τάγματος στο Καϊμακτσαλάν πρέπει να αποδοθεί στην ανάγκη έγκαιρης υπονόμευσης των βάσεων της βουλγαρικής Οχράνας17. Στις 24 Ιουνίου 1944 ο Σιάντος τηλεγράφησε στον Ανδρέα Τζήμα να επιστήσει την προσοχή του Tito στις προσπάθειες των Γερμανών και των Βουλγάρων φασιστών να ιδρύσουν αυτονομιστικό κίνημα στη Μακεδονία, ό­πως και στην ανάγκη κοινών επιχειρήσεων μεταξύ ΕΛΑΣ και Σερβομακεδόνων (έτσι αποκαλούνται οι Σλαβομακεδόνες της γιουγκοσλαβικής Μακεδο­νίας) για τον προσεταιρισμό και τη στρατολόγηση των Σλαβομακεδόνων σε χωριστά σλαβομακεδονικά ένοπλα τμήματα. Προφανώς ο Σιάντος υπολόγι­ζε ότι ο Tito ήταν σε θέση να ελέγχει μελλοντικές διασπαστικές κινήσεις των Σλαβόφωνων.

Η ανάδυση όμως της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» κατά την πρώτη σύνοδο της Αντιφασιστικής Συνέλευσης Εθνικής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας (ASNOM) στις 2 Αυγούστου 1944 αποτελούσε μια νέα παράμε­τρο στο Μακεδόνικο ζήτημα. Στο προεδρείο του ASNOM υπερίσχυσαν τα στοιχεία εκείνα που δεν διακρίνονταν για φιλογιουγκοσλαβικές τάσεις δίωκαν την κατοχύρωση του μέγιστου βαθμού ανεξαρτησίας της γιουγκοσλα­βικής Μακεδονίας από τον Tito και έδιναν προτεραιότητα στη συνένωση των τριών τμημάτων της Μακεδονίας. Προς μεγάλη δυσαρέσκεια του Tempo, πρό­εδρος εξελέγη ο Metodija -Andonov Cento και αντιπρόεδρος ο Panko Brasnarov, μέλος της VMRO (Ενωμένης) κατά το Μεσοπόλεμο.

Στις 2 Αυγούστου 1944, επέτειο του Ήλιντεν, στο χωριό Χαλάρα (Pozdivista) της Καστοριάς, με την παρουσία εκπροσώπων του ΚΚΕ, του Κομμουνιστικού Κόμματος της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και του πολιτι­κού επιτρόπου της IX. Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Ρένου Μιχαλέα ιδρύετο το σλαβομακεδονικό τάγμα Φλώρινας-Καστοριάς, γνωστό ως Τάγμα Goce. Διοικη­τής ήταν ο Ηλίας Δημάκης (ψευδώνυμο Goce) και πολιτικός επίτροπος ο Χρήστος Κόκκινος.

Ο Goce επιδόθηκε σε μια συστηματική στρατολόγηση των Σλαβόφωνων για να αυξήσει τη δύναμη του Τάγματος που αρχικά είχε 400 άτομα. Ταυτό­χρονα, στρατιωτικοί σύνδεσμοι από τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, κυρίως ο Petre Bogdanov (ψευδώνυμο Kocko), προπαγάνδιζαν πάλι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και συνένωσης του «μακεδόνικου λαού», απαιτώντας την ίδρυ­ση Γενικού Στρατηγείου. Ο πολιτικός επίτροπος της IX. Μεραρχίας Ρένος Μιχαλέας, έχοντας μια ασαφή λενινιστική αντίληψη για το δικαίωμα της αυ­τοδιάθεσης, ήταν ανεκτικός απέναντι στις κινήσεις αυτές ερχόμενος συχνά σε σύγκρουση με το Μακεδόνικο Γραφείο του ΚΚΕ, το οποίο αργότερα τον κα­θαίρεσε από τη θέση του.

Σε επιστολή του προς τον Λεωνίδα Στρίγκο τον Αύ­γουστο του 1944 μεταξύ άλλων έγραφε:

«…Δεν δόσαμε φαρδιά, ελεύθερα ανα­λυμένο το σύνθημα της εθνικής ισοτιμίας. Δεν δόσαμε το χάρτη του Ατλαντι­κού χτήμα και κατάχτηση του λαϊκού αγώνα, αναλυμένο. Η Μακεδονία του Τίτο αντί να σταθεί πατρίδα του, τρόμος, διάλυση στην κεφαλαιοκρατία-φασισμό στάθηκε αγκάθι για μας. Ο Κύπριος χαιρετά την Ελεύθερη Ελλάδα και το χάρτη του Ατλαντικού και ο Μακεδόνας τον Τίτο και το χάρτη του Ατλαντικού. Έτσι και φαρδύτερα ή μάλλον βαθύτερα απ’ την 6η Ολομέλεια θα του δείξουμε το σφιχταγκάλιασμα του 21 και Ίλιντεν και τότε στα μάτια του φω­τίζεται το σύνθημα μας σήμερα εθνική ισοτιμία…».

Λόγω της επικίνδυνης αυτής εξέλιξης το τάγμα Goce με απόφαση του 28ου Συντάγματος της 10.9.1944 ενσωματώθηκε στο «Απόσπασμα Βίτσι». Δι­οικητής ορίστηκε ο Κοσμάς Σπανός-Αμύντας, Αρβανίτης από το Λέχοβο, και ο Goce υποβιβάστηκε σε καπετάνιο22. Στην ουσία όμως αυτός ήλεγχε και στο μέλλον το Τάγμα. Ταυτόχρονα, το Μακεδόνικο Γραφείο του ΚΚΕ αποφάσισε να παύσει τη στρατολόγηση των Σλαβόφωνων.

Στις 12 Σεπτεμβρίου ο Στρίγκος έγραφε προς τον Σιάντο:

«…Δεν μπορούμε να σας αποκρύψουμε τις σο­βαρές ανησυχίες που έχουμε όσον αφορά τη στάση των Σερβομακεδόνων. Φυ­σικά η στάση των Σλαυομακεδόνων εδώ στην Ελλάδα είναι πολύ καλή τώρα τελευταία. Συνεργασία με το ελληνικό στοιχείο και κοινή πάλη που όλο και δυναμώνει. Στην περιοχή Πέιου, δηλαδή στα Κορέστια έχουμε κάνει σοβαρή δουλειά και ο κόσμος ακολουθεί την πολιτική μας. Αλλά οι Σερβομακεδόνες εξακολουθούν να αποτελούν την πέτρα του σκανδάλου, πρώτα έχουμε το γράμμα-τελεσίγραφο εκ μέρους του Μακεδόνικου Στρατηγείου που σας στεί­λαμε (πρόκειται για την εγκύκλιο της 17.6.1944). Έπειτα είναι η προσπάθεια τους να εξοπλίσουν τους Σλαυομακεδόνες χωρίς να μας δίνουν εμάς όπλα. Η δεύτερη αντιπροσωπεία μας που πήγε στην Πρέσπα για να πάρει οπλισμό (η άλλη είναι στο Καϊμακτσαλάν) μας καταγγέλει ένα σωρό πράγματα. Μέσα σε όλους τους σχηματισμούς των σλαυομακεδόνων ο Πέγιος έχει ηρωοποιηθεί, γίνονται πλατιά συζητήσεις ότι η Φλώρινα, η Καστοριά και η Θεσσαλονίκη α­νήκουν στη Μακεδονία… Από τη δική μας πλευρά νομίζουμε ότι χωρίς να φαίνεται πρέπει να σταματήσουμε κάθε στρατολογία από Σλαυομακεδόνες και να συνεχίσουμε την πολιτική μας της μεγαλύτερης προσέγγισης Σλαυομα­κεδόνων – Ελλήνων. Επίσης όμως κατά τη γνώμη μας [είναι] απαραίτητο να ε­νεργήσετε γρήγορα στον Τίτο γιατί η στάση ορισμένων στελεχών αγγίζει τα ό­ρια της προβοκάτσιας…»».

Ο Goce αρνήθηκε να εκτελέσει την εντολή του Μακεδόνικου Γραφείου για παύση της στρατολογίας και δεχόταν στο τάγμα του χωρίς έλεγχο ταυτότητας άτομα τόσο από τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία όσο και από τη Βουλγαρία,κυρίως Βουλγαρομακεδόνες που στη διάρκεια του Μεσοπολέμου είχαν μετα­ναστεύσει στη Βουλγαρία από την ελληνική Μακεδονία24. Θεώρησε αναγκαίο να στείλει στο Γενικό Στρατηγείο της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας τον Πέγιο και το Θανάση Κοροβέση (Atanas Korovesov) για τη λήψη οδηγιών, ώστε να συντονίσει την περαιτέρω δράση του. Τέλη Σεπτεμβρίου 1944 οι Πέγιος και Κοροβέσης μετέφεραν στο Τάγμα τις «ντιρεκτίβες», όπως τις χαρακτήριζαν, του Γενικού Στρατηγείου. Σύμφωνα μ’ αυτές, το Τάγμα Goce όφειλε να συνε­χίσει τη στρατολόγηση και να απαιτεί από το ΚΚΕ τη συγκρότηση ιδιαίτερου μακεδόνικου στρατού και επιτελείου. Σε περίπτωση που το ΚΚΕ αρνούνταν να προβεί σ’ αυτές τις παραχωρήσεις, ο Goce θα έπρεπε να προχωρήσει στην επιστράτευση όσο το δυνατόν περισσότερων Σλαυομακεδόνων και να οδηγή­σει το Τάγμα του στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Εκεί οι νεοεπιστρατευθέντες θα εξοπλίζονταν και το Τάγμα Goce ενισχυμένο με δυνάμεις από τη γιου­γκοσλαβική Μακεδονία θα κατερχόταν στην ελληνική Μακεδονία για την απε­λευθέρωση της Φλώρινας, Καστοριάς, ‘Εδεσσας και άλλων περιοχών όπου υ­πήρχαν ακόμη Γερμανοί.

Η αναγγελία των οδηγιών του Γενικού Στρατηγείου έγινε δεκτή με σκεπτι­κισμό από ορισμένα ηγετικά μέλη του Τάγματος, τα οποία γνώριζαν καλά ότι το ΚΚΕ δεν θα ικανοποιούσε τα αιτήματα τους και έτσι θεωρούσαν πολύ πιθα­νή μια σύγκρουση του Τάγματος με τον ΕΛΑΣ. Ο αρμόδιος για πολιτικά θέμα­τα στο επιτελείο του Τάγματος, Ναούμ Σουπούρκας (Naum Sopurkov), συμβού­λεψε στις 3.10.1944 τον πολιτικό επίτροπο του Τάγματος, Χρήστο Κόκκινο (Hristo Kolencev), να ενημερώσει προληπτικά την κομματική οργάνωση. Αν πράγματι ο τελευταίος πληροφόρησε το ΚΚΕ για τα συγκεκριμένα αυτά σχέδια του Goce δεν είναι εξακριβωμένο, αλλά το ταξίδι του Κοροβέση στη γιουγκο­σλαβική Μακεδονία και οι επαφές του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκοσλαβι­κής Μακεδονίας με το Τάγμα Goce ήταν ήδη γνωστά στην κομματική οργάνωση Καστοριάς. Με επιστολή του προς το Μακεδόνικο Γραφείο (1.10.1944) ο γραμ­ματέας της οργάνωσης Καστοριάς του ΚΚΕ Α. Αντωνόπουλος επισήμανε τον κίνδυνο από τη δράση των «Σερβομακεδόνων» και ενημέρωνε το Μακεδόνικο Γραφείο για ληφθείσα απόφαση σχετικά με την εκκαθάριση του Τάγματος από πρώην αυτονομιστικά στελέχη της Οχράνας και από ξενόφερτα στοιχεία.

Διαβλέποντας τον κίνδυνο μιας νέας διασπαστικής κίνησης, το 28ο Σύ­νταγμα διέταξε το Τάγμα Goce να μετακινηθεί προς τη Σιάτιστα για να πάρει μέρος σε επιχειρήσεις κατά των Γερμανών. Ο Goce αρνήθηκε να εκτελέσει τη διαταγή, διότι έτσι θα απομακρυνόταν από τη συνοριακή γραμμή που του ε­ξασφάλιζε κάλυψη. Στις 5 Οκτωβρίου 1944 στο χωριό Μελάς πραγματοποιή­θηκε συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων της IX. Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και εκ­προσώπων του Τάγματος, χωρίς να επιφέρει κανένα αποτέλεσμα. Νεότερη διαταγή του 28ου Συντάγματος για κάλυψη από το Τάγμα περιοχών που είχε εγκαταλείψει αγνοήθηκε από τον Goce, ο οποίος με το σύνθημα «Ελεύθερη Μακεδονία» συνέχισε τη βίαιη στρατολόγηση και εφοδιαζόταν με όπλα και τρόφιμα από τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Το τάγμα του έφθασε τους 1.500 άνδρες. Ενόψει της δυσάρεστης αυτής τροπής των πραγμάτων, ο Διοι­κητής της IX. Μεραρχίας Καλαμπαλίκης, παρά την αντίθετη γνώμη του Α. Στρίγκου, ο οποίος προφανώς ήθελε να ενημερωθεί ο Tito για το ζήτημα Goce, εξασφάλισε την έγκριση του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ για επίθε­ση κατά του Τάγματος. Στις 10.10.1944 το Επιτελείο του 28ου Συντάγματος διέταξε τελεσιγραφικά τον Goce να αφοπλίσει το Τάγμα του. Όσοι είχαν επι­στρατευθεί βίαια μπορούσαν να απολυθούν και οι υπόλοιποι να ενταχθούν σε νέο σύνταγμα.

Για να αποφύγει μια άμεση αντιπαράθεση με τον ΕΛΑΣ ο Goce, μετά από παρότρυνση του Kocko, διέταξε το Τάγμα του στις 12.10.1944 να καταφύγει στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, πράγμα που έγινε χωρίς να σημειωθεί ουσιαστική σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ, παρά μονάχα μικρο-συμπλοκές οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει από τις 5 Οκτωβρίου. Την ίδια οδό επέλεξε και το σλαβόφωνο Τάγμα Αριδαίας-‘Εδεσσας, δυνάμεως 575 αν­δρών, το οποίο δρούσε σε πολύ μεγάλο βαθμό ως ανεξάρτητο. Τη νύχτα της 12.10.1944 το Τάγμα υπό την ηγεσία του επιτελικού μέλους Pavle Rakovski αυτομόλησε κρυφά στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Για να μη κινηθεί η υπο­ψία του Διοικητού του Τάγματος Λ. Φουντουλάκη για την επικείμενη αυτομο-λία, ο πολιτικός επίτροπος του Τάγματος Georgi-Dzodzo Urdov παρέμεινε τη νύχτα εκείνη στην Ελλάδα και λιποτάκτησε την επόμενη μέρα.

Μόλις έγινε γνωστή η λιποταξία του Τάγματος Goce, αντιπροσωπεία της IX. Μεραρχίας, αποτελούμενη από τους Ρένο Μιχαλέα, το σλαβόφωνο Μιχά­λη Κεραμιτζή (Mihailo Keramidziev), εκπρόσωπο της ΠΕΕΑ στην Καστοριά, και Λάμπρο Τσολάκη μετέβη στην έδρα του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκο­σλαβικής Μακεδονίας για να αναφέρει τη διάσπαση και να διευθετήσει τα νέα ζητήματα που ανέκυψαν. Η συνάντηση με τους Tempo, Radosavljevic και Kolisevski δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα καθώς όλοι κατηγόρησαν το ΚΚΕ για εσφαλμένη πολιτική στο Μακεδόνικο και ενέκριναν τη συμπεριφορά του Goce. Το Μακεδόνικο Γραφείο του ΚΚΕ έστειλε επίσης τον Τάκη Παπαδό­πουλο (ψευδώνυμο Νίκος) που συναντήθηκε με τον Tempo και ζήτησε την κα­ταδίκη της στάσης των ταγμάτων, την επιδοκιμασία της γραμμής του ΚΚΕ, τη διακοπή κάθε επαφής με τα τάγματα και την επιστροφή τους στην Ελλάδα.

Η γιουγκοσλαβική πλευρά αντέδρασε και απαίτησε την πλήρη ελευθερία στρα­τολόγησης των «Μακεδόνων», την πολιτική τους οργάνωση σε ένα εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο, το σχηματισμό λαϊκής δημοκρατικής κυβέρνησης στα πλαίσια του ελληνικού κράτους, την παραχώρηση του δικαιώματος της αυτο­διάθεσης και τη συγκρότηση μιας μικτής επιτροπής για τη διευθέτηση των ζη­τημάτων.

Με τηλεγράφημα του στο Στρατηγείο του Tito, στις 29.10.1944, ο Tempo ζήτησε να δοθεί φανερά από την επίσημη γιουγκοσλαβική πλευρά πλή­ρης υποστήριξη στο μακεδόνικο εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα στην Ελλάδα, διότι οι Έλληνες «εκμεταλλεύονται πλήρως τη σιωπή μας και φανερά τονί­ζουν ότι ο Tito καταδικάζει το μακεδόνικο εθνικό κίνημα στην Ελλάδα και δε θα αναμιχθεί στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας. Επίσης κρίνουμε ότι θα πρέπει να μας στείλετε όσο γίνεται γρηγορότερα όσο το δυνατόν περισσότερο εξοπλισμό για να μπορέσουμε να εξοπλίσουμε, εκτός από το στρατό μας, και τις μακεδόνικες ταξιαρχίες από την Ελλάδα που σταθερά αυξάνουν σε δύνα­μη και μπορούν να φθάσουν μέχρι και 10.000 μαχητές -εθελοντές- σε σύντο­μο χρόνο…».

Ανδρες του Τάγματος του Goce διείσδυαν μετά τη διάσπαση στην ελληνι­κή Μακεδονία διανέμοντας προκηρύξεις με περιεχόμενο για «Ελεύθερη και Ανεξάρτητη Μακεδονία» και επιδιώκοντας νέα στρατολόγηση». Έτσι, τέθηκε επί τάπητος το ζήτημα της ασφάλειας των ελληνο-γιουγκοσλαβικών συνόρων. Τμήματα του 27ου Συντάγματος φρουρούσαν ήδη το τμήμα της Μεθορίου Πρεσπών και τμήματα του «Αποσπάσματος Βίτσι» το τμήμα από Ακρίτα μέ­χρι Αγία Παρασκευή, ενώ το Μακεδόνικο Γραφείο του ΚΚΕ θεώρησε ανα­γκαίο να αποφασίσει τον Οκτώβριο του 1944 το κλείσιμο των συνόρων. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ο Διοικητής της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας Ευριπίδης Μπακιρτζής διέταξε στις 3.11.1944 τη Χ. και IX. Με­ραρχία να συγκροτήσουν συνοριακούς τομείς για τη διαφύλαξη των συνόρων και τον έλεγχο των κυριοτέρων διαβάσεων. Η διαταγή κατέληγε τονίζοντας την ανάγκη «η σύνθεσις των τμημάτων των τομέων να είναι τοιαύτη ώστε να μην υπάρχει περίπτωσις ενασκήσεως προπαγάνδας υπό των αυτονομιστών Μακεδονίας». Για ευνόητους λόγους από την επάνδρωση των συνοριακών τομέων αποκλείονταν Σλαβόφωνοι που δεν είχαν την εμπιστοσύνη του ΕΑΜ42. Για να εξουδετερώσει το ΚΚΕ τη γιουγκοσλαβομακεδονική προπαγάνδα απο­φάσισε να θέσει σε εφαρμογή τις διακηρύξεις περί ισοτιμίας των μειονοτή­των. Έτσι άρχισαν ενόψει της απελευθέρωσης να ιδρύονται σλαβομακεδονικά σχολεία και να αναπτύσσεται ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης με την το­ποθέτηση στελεχών που προέρχονταν από τους Σλαβόφωνους

Από το Τάγμα Goce και το Τάγμα Αριδαίας-Έδεσσας συγκροτήθηκε στις 18 Νοεμβρίου στο Μοναστήρι η «Πρώτη Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης», σκο­πός της οποίας ήταν η «απελευθέρωση της Μακεδονίας του Αιγαίου». Διοικη­τής ορίστηκε ο Ηλίας Δημάκης (Ilija Dimovski-Goce), υποδιοικητής ο Ναούμ Πέγιος (Naum Pejov), πολιτικός επίτροπος ο Μιχάλης Κεραμιτζής (Mihailo Keramidziev) και υποεπίτροπος ο Βαγγέλης Αγιάννης (Vangel Ajanovski-Oce). Επίσης στα στρατόπεδα του Stip και των Σκοπίων εισέρρεαν Βουλγαρομακεόόνες, μετανάστες στη Βουλγαρία από τη ελληνική Μακεδονία κατά το Μεσοπόλεμο, εμφανιζόμενοι ως Μακεδόνες εθνικιστές, πρόθυμοι ν’ αγωνι­στούν για την «απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης». Τα αλυτρωτικά αυτά σχέ­δια είχαν την υποστήριξη τόσο του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας (Apostolski, Uzunovski) όσο και του Προέδρου Metodija Andonov-Cento.

Ο Tito ήταν ωστόσο ιδιαίτερα επιφυλακτικός και κάλεσε τον Πασχάλη Μητρόπουλο το Νοέμβριο στο Βελιγράδι για να του αναγγείλει ότι ήταν πολύ πρόωρο να τεθεί στην παρούσα χρονική στιγμή το ζήτημα της απε­λευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Παρά τις οδηγίες του Tito ο Μητρόπουλος προχωρούσε στις 3 Δεκεμβρίου στη συγκρότηση της «Πολιτικής Επιτροπής της Μακεδονίας του Αιγαίου».

Ενώ στην Αθήνα είχε αρχίσει το Δεκεμβριανό κίνημα, στο Μοναστήρι συζητούνταν η κάθοδος της «Αιγαιακής Ταξιαρχίας Κρούσης» στην Ελλάδα. Είχε εκφράσει την επιθυμία να πολεμήσει ως «μακε­δόνικος στρατός» μαζί με τον ΕΛΑΣ εναντίον του Ζέρβα στην Ήπειρο. Ο Ανδρέας Τζήμας, διαισθανόμενος ότι σε περίπτωση που η «Αιγαιακή Ταξιαρ­χία Κρούσης» κατερχόταν στην Ελλάδα ως «μακεδόνικος στρατός» θα κατε­λάμβανε μακεδόνικες πόλεις και στην ουσία θα στρεφόταν κατά του ΕΛΑΣ, μετέβη στις 14.12.1944 στο Μοναστήρι και δήλωσε ότι η Ταξιαρχία ή θα έπρε­πε να παραδώσει τον οπλισμό της στον ΕΛΑΣ ή να διαλυθεί και να κατέλθει στην Ελλάδα μόνο ως τμήμα του ΕΛΑΣ για να πολεμήσει εναντίον του Ζέρβα.Οι κινήσεις της «Αιγαιακής Ταξιαρχίας Κρούσης» προκάλεσαν την ανη­συχία του Maclean, αρχηγού της βρετανικής στρατιωτικής αποστολής στη Γιουγκοσλαβία, ο οποίος στα μέσα Δεκεμβρίου διαμαρτυρήθηκε στον Tito. Ο Tito έσπευσε να τον διαβεβαιώσει ότι καμιά στρατιωτική μονάδα δε θα περ­νούσε τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα. Με μια πολιτική ηγεσία στα Σκό­πια που δεν ενδιαφερόταν τόσο για την ένταξη της γιουγκοσλαβικής Μακεδο­νίας στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία όσο για την απόσχιση και την ίδρυση μιας Ενιαίας και Ανεξάρτητης Μακεδονίας, στο βαθμό που η Γιουγκοσλαβία δεν είχε ακόμη απελευθερωθεί ολοκληρωτικά και προτεραιότητα για τη γιου­γκοσλαβική πολιτική είχε το ζήτημα της Τεργέστης, ο Tito, εφαρμόζοντας την πολιτική των λεπτών ισορροπιών, δεν επιθυμούσε μια σύγκρουση με τους Αγγλους. Με επιστολή του στο Γενικό Στρατηγείο της γιουγκοσλαβικής Μα­κεδονίας απαγόρευε στην «Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης» να κατέλθει στην Ελλάδα.

Προς μεγάλη της δυσαρέσκεια η Ταξιαρχία έπαιρνε διαταγή λίγο αργότερα να πολεμήσει εναντίον αλβανικών εθνικιστικών ομάδων του Balli Kombetar στο Gostivar. Όσοι ήρθαν από τη Βουλγαρία αυτοεμφανιζόμενοι ως Μακεδόνες εθνικιστές διατάχθηκαν να πολεμήσουν εναντίον των Γερμα­νών στο μέτωτο του Srem. Οι αρνηθέντες καταδικάστηκαν από στρατοδικείο σε θάνατο και φυλάκιση από 1 μέχρι 8 ετών, τελικά όμως τους απονεμήθηκε χάρη50. Η «Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης» διαλύθηκε στις 6 Μαΐου 1945 και εντάχθηκε στο γιουγκοσλαβικό στρατό, ενώ ο Tito απέκτησε σταδιακά τον έ­λεγχο στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία.

Το αποσχιστικό κίνημα του Goce έχει γίνει αντικείμενο πολλών συζητήσε­ων. Η επίσημη ιστοριογραφία των Σκοπίων θεωρεί τις διασπαστικές κινήσεις των Σλαβομακεδόνων αποτέλεσμα της εσφαλμένης πολιτικής του ΚΚΕ στο Μακεδόνικο και των υποχωρήσεων του ΕΑΜ προς την ελληνική αντίδραση και την αγγλική πολιτική (Λίβανος, Καζέρτα), πράγμα που προκάλεσε στους Σλαβομακεδόνες το φόβο παλινόρθωσης του παλαιού αστικού σοβινιστικού καθεστώτος και ενέτεινε την ανάγκη διαφοροποίησης από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.

Η ερμηνεία αυτή είναι a posteriori και εσφαλμένη. Εντάσσεται στη γενικότερη ά­ποψη της πρώην γιουγκοσλαβικής ιστοριογραφίας, η οποία θεωρούσε ως βα­σική αιτία της ήττας του ΕΑΜ τη μη συγκρότηση Βαλκανικού Στρατηγείου και την προσχώρηση του ΕΛΑΣ στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, πράγμα που έφερε το αντιστασιακό κίνημα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ σε άμεση εξάρτηση από την αγγλική πολιτική. Όταν εκδηλώθηκε η διάσπαση του Πέγιου, δεν είχε ακό­μη υπογραφθεί η συμφωνία του Λιβάνου. Ο σχηματισμός προσωρινής κυβέρ­νησης εθνικής ενότητας ήταν ένα γενικό φαινόμενο στις χώρες που είχαν α­ντιστασιακά κινήματα. Και ο Tito είχε συνάψει στις 16 Ιουνίου 1944 συμφω­νία με την εξόριστη κυβέρνηση Subasic. Αλλωστε και οι παρτιζάνοι του Tito ε­νισχύονταν από τους Αγγλους. Το ΚΚΕ δεν μπορούσε να εφαρμόσει την πο­λιτική του ΚΚΓ στο Μακεδόνικο, διότι οι συνθήκες στην ελληνική Μακεδονία ήταν πολύ διαφορετικές σε σχέση με τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Τα αυτο­νομιστικά κινήματα των Σλαβομακεδόνων της ελληνικής Μακεδονίας ήταν προ πάντων αποτέλεσμα της επεκτατικής πολιτικής των πολιτικών και στρα­τιωτικών φορέων της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και υποδαυλίστηκαν από τους στρατιωτικούς συνδέσμους που δρούσαν στην ελληνική Μακεδονία».

Την ίδια πολιτική ασκούσαν και σε σχέση με τη βουλγαρική Μακεδονία πριν ακόμη από την πολιτική μεταβολή της 9ης Σεπτεμβρίου. Η απήχηση ωστόσο δεν ήταν πολύ μεγάλη. Με βίαιη στρατολόγηση ο Goce επιστράτευσε περίπου 1.500 άτομα και ο Urdov 575, ενώ στις τάξεις του ΕΛΑΣ πολεμούσαν 5.000 Σλαβόφωνοι. Πολλοί από αυτούς που ακολούθησαν τον Goce σύντομα αντι­λήφθηκαν την τυχοδιωκτική τους κίνηση και εξέφρασαν την επιθυμία επι­στροφής. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ναούμ Σουπούρκα, αρμόδι­ου για πολιτικά θέματα στο επιτελείο του Τάγματος Goce.

Ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ αναφέρονται επίσης στην αυτονομιστική προ­παγάνδα των Γιουγκοσλάβων πρακτόρων στην ελληνική Μακεδονία. Εκφρά­ζουν ωστόσο και την άποψη ότι οι Αγγλοι υποδαύλισαν τη διασπαστική κίνηση του Goce. Ο Λ. Στρίγκος γράφει στη μεταπολεμική του έκθεση προς την ΚΕ του ΚΚΕ: «Η διάσπαση του Γκώτσε στα τμήματα της 9ης Μεραρχίας κα­θοδηγούνταν -απ’ όλα τα στοιχεία που υπήρχαν- άμεσα από την κλίκα Μη-τρόφσκυ. Η διάσπαση αυτή έγινε ακριβώς στις παραμονές της απελευθέρωσης της Ελλάδας και είχε σκοπό να εξυπηρετήσει τα σχέδια των Αγγλων, δηλ. να μας αδυνατίσει στις πιο αποφασιστικές στιγμές. Οι Αγγλοι από το ένα μέρος έκαναν ρίψεις στο τμήμα του Γκώτσε για να το ενισχύσουν και από το άλλο μέρος με τους πράκτορες τους ή τους ανθρώπους που επηρέαζαν (Καλαμπα-λίκης, Μπακιρτζής κ.λ.π.) προσπαθούσαν να μας παρασύρουν για να συγκε­ντρώσουμε τις δυνάμεις κατά του τμήματος του Γκώτσε. Ο Καλαμπαλίκης εί­χε ζητήσει προσανατολισμό των δυνάμεων προς τον Γκώτσε και αυτό ματαιώ­θηκε με την επέμβαση της οργάνωσης. Ο Μπακιρτζής επίσης ζητούσε τις πα­ραμονές ακριβώς της συγκέντρωσης των δυνάμεων μας στη Θεσσαλονίκη να προσανατολίσουμε τις δυνάμεις μας προς τον Γκώτσε. Και αυτό επίσης μα­ταιώθηκε χάρη στην επέμβαση της κομματικής οργάνωσης».

Ακραίες απόψεις εκφράζει ο Μάρκος Βαφειάδης που μαζί με τον Μπα­κιρτζή διοικούσε την Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας. «…Οι Εγγλέζοι που κι έτσι υποδαύλιζαν σοβινιστές διαθέσεις μέσα στο σλαβομακεδονικό στοιχείο, τους ήρθε καλούπι η τέτοια ατμόσφαιρα [εννοεί την πολιτική ατμόσφαιρα με­τά την υπογραφή της συμφωνίας του Λιβάνου] και δεν άργησαν να σπρώ­χνουν σε ανοιχτή σύγκρουση τα σλαβομακεδονικά τμήματα, ιδιαίτερα κείνο που ‘ταν στο Βίτσι, με τ’ άλλα τμήματα του ΕΛΑΣ «που είναι ξένα σε μακεδονικό έδαφος». Αρχισε να μην εκτελεί διαταγές, σιωπηρά στην αρχή, με τη δή­λωση της διοίκησης (Γκότσε) του τάγματος ότι «είναι τμήμα ανεξάρτητο». Ότι ο Γκότσε βλέπονταν με τον Αγγλο λοχαγό ‘Εβανς είχε πια μαθευτεί και ύστερα από λίγο διαπιστώθηκε ότι ανάμεσα ‘Εβανς-Γκότσε έγινε συμφωνία χρηματι­κή, όπλα, πυρομαχικά, με ρίψεις ανεφοδιασμού του τάγματος, με σκοπό, μαζί με το άλλο τάγμα του Πάικου, να καταλάβει τη Σαλονίκη.. .».

Ότι οι Αγγλοι τον Οκτώβριο του 1944 προσπαθούσαν να αποτρέψουν την είσοδο του ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη είναι γεγονός αναμφισβήτητο. Ότι Αγγλοι στρατιωτικοί έφθασαν στο σημείο, στα πλαίσια προσπαθειών για εξασθένιση του ΕΛΑΣ, να ενθαρρύνουν αλυτρωτικές βλέψεις των Σλαβομακεδόνων σε βάρος της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, είναι μια αυθαίρετη υπόθεση που δεν εναρμονίζεται με την αγγλική πολιτική. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι απόψεις του Στρίγκου και του Βαφειάδη οφείλονται στις πολιτικές τους προ­καταλήψεις για το ρόλο των Αγγλων. Ο Αγγλος λοχαγός P. Η. Evans, στρατιωτικός σύνδεσμος στη Δυτική Μακεδονία (Μάρτιος-Δεκέμβριος 1944), στην απόρρητη έκθεση απολογισμού των δραστηριοτήτων του (1.12.1944) δεν ανα­φέρει καμιά ιδιαίτερη συναλλαγή με τον Goce, παρά μονάχα ότι συναντήθηκε μία φορά μαζί του. Ο Evans, που παραδέχεται ότι δε γνωρίζει το Μακεδόνι­κο Ζήτημα, δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη ενός σλαβομακεδονικού πατριωτι­κού αισθήματος, το οποίο όμως μπορεί να χαρακτηριστεί περισσότερο ως το­πικιστικό αίσθημα. Εκείνο που προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στο νεαρό α­ξιωματικό ήταν η ρευστότητα της εθνικής συνείδησης των Σλαβομακεδόνων που καθοριζόταν κυρίως από ωφελιμιστικά κίνητρα. Το τελικό συμπέρασμα του Evans είναι πως οι Σλαβομακεδόνες μπορούν άνετα να παραμείνουν στο ελληνικό κράτος, εφόσον τους εξασφαλιστούν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και τους επιτραπεί να μιλούν το τοπικό τους ιδίωμα και πως δεν υπάρχουν α­ντικειμενικές προϋποθέσεις για «Ελεύθερη Μακεδονία»

Αναμφισβήτητα το ΚΚΕ κατά την περίοδο της κατοχής, για να μη δια­σπαστεί η ενότητα του ΕΑΜ, έδειξε ευαισθησία στο Μακεδόνικο ζήτημα. Η α­ναγνώριση ωστόσο της ύπαρξης «μακεδόνικου έθνους», που αποτελεί το βα­σικό λάθος του ΚΚΕ και την αιτία της αντιφατικής του πολιτικής, η εμπλοκή του εθνικού πεδίου με το ιδεολογικό και προ πάντων η επενέργεια εξωγενών παραγόντων συνετέλεσαν ώστε στους Σλαβόφωνους της ελληνικής Μακεδο­νίας να γεννηθούν πολιτικές επιλογές, διαφορετικές από την επίσημη κομμα­τική θέση. Αλλά η κατάσταση δεν ήταν ανεξέλεκτη και η πλειοψηφία των Σλα­βόφωνων προτίμησε να πολεμήσει στις τάξεις του ΕΛΑΣ και όχι του ΣΝΟΦ και του τάγματος Goce. Η ανώμαλη πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα μετά τη Βάρκιζα και ο εμφύλιος πόλεμος έφεραν την ηγεσία του ΚΚΕ προ δύσκολων αποφάσεων και κατέστησαν το Μακεδόνικο την αχίλλειο πτέρνα του.

Το παραπάνω κείμενο -μαζί με τις πρωτογενείς πηγές του – έχει δημοσιευθεί στην αγγλική γλώσσα από το www.macedonian-heritage.gr με τίτλο Sfetas, Spyridon, “Autonomist Movements of the Slavophones in 1944: The Attitude of the Communist Party of Greece and the Protection of the Greek-Yugoslav Border”, Balkan Studies, 36/2 (1995), 297-317.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: